είπαν για μας

Villa Angelica

2014 | Ρέθυμνο | Κρήτη

down page
2014 – Αρχιτεκτονική μελέτη τουριστικής κατοικίας "Villa Angelica" στον Μέρωνα Ρεθύμνου Κρήτης

Χτισμένη σε μια βραχώδη πλαγιά με θέα τον Ψηλορείτη, η κατοικία στο Μέρωνα Ρεθύμνου διέπεται από μία μεγάλη ιστορία. Το κτήριο κατασκευάστηκε το 1935 από το Μιχάλη Βαμιεδάκη (παππού του σημερινού ιδιοκτήτη), γνωστό μάστορα της περιοχής Αμαρίου, προκειμένου να στεγάσει την οικογένεια του, μετά το γάμο του με την Αγγελική Καλοειδά, προς τιμήν την οποίας ονομάστηκε Villa Angelica. Η επιλογή της θέσης έγινε με γνώμονα τη φυσική προστασία του σπιτικού από τα καιρικά φαινόμενα, την πανοραμική του θέα στον βουνό, το συνδυασμό εγγύτητας στο κέντρο αλλά και ησυχίας, καθώς βρίσκεται στο άκρο του χωριού, αλλά παράλληλα σε ήσυχη τοποθεσία.Η υπάρχουσα κατοικία διέπεται από διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις και αποτελείται από δυο διακριτούς όγκους. Με σεβασμό στην υπάρχουσα κατασκευή η νέα αρχιτεκτονική πρόταση στοχεύει στην ενοποίηση των δύο αυτών όγκων σε ένα σύνολο αλλά και στην καθαρότητα των όγκων και των κινήσεων προς και γύρω από αυτούς. Τα εξωτερικά κελύφη της παλαιάς κατοικίας διατηρούνται και ενοποιούνται για να καλυφτεί η ανάγκη για περισσότερο χώρο. Ταυτόχρονα ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον αρχιτεκτονικό ‘διάλογο’ του κτίσματος με το βραχώδες περιβάλλον του. Το συγκρότημα αναπτύσσεται πλέον σε τρία επίπεδα, δημιουργώντας δύο διακριτές κατοικίες ανά όροφο. Η πρώτη αναπτύσσεται στο επίπεδο του ισογείου και ‘εκτονώνεται’ στην νοτιοανατολική αυλή που έχει άμεση επικοινωνία με το δρόμο. Η δεύτερη αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο στον όροφο, με ένα επιπρόσθετο δωμάτιο στο τελευταίο επίπεδο και εκτονώνεται στο βορειοδυτικό και πιο ιδιωτικό εξωτερικό χώρο με αναφορά τον βράχο. Και οι δύο κατοικίες σαφώς απολαμβάνουν τη θέα προς τον Ψηλορείτη. Η κατοικία που βρίσκεται στο ισόγειο επίπεδο είναι ,λόγω του πρανούς, προσανατολισμένη προς το δρόμο. Οι χώροι διημέρευσης του καθιστικού, τραπεζαρίας και κουζίνας τοποθετούνται σε ανοιχτή διάταξη ως ένας ενιαίος χώρος ενώ τα δωμάτια βρίσκονται πιο απομονωμένα. Η δεύτερη κατοικία αναπτύσσεται στα πάνω επίπεδα και πρόσβαση σε αυτή επιτυγχάνεται μέσω κλίμακας που οδηγεί στην πίσω αυλή. Λόγω της διαμπερότητας της κατοικίας, οι χώροι διημέρευσης εκτονώνονται τόσο στον πίσω εξωτερικό χώρο όσο και σε μια μεγάλη βεράντα στην κύρια όψη του κτιρίου. Στο τρίτο επίπεδο βρίσκεται ένα επιπλέον υπνοδωμάτιο με en-suite λουτρό, πρόσβαση στο οποίο γίνεται μέσω εσωτερικής κλίμακας. Η ιδιαίτερη τοπολογία της βραχώδους περιοχής που βρίσκεται η κατοικία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο τόσο της σύνθεσης όσο και της κατασκευής. Το σπίτι χτίστηκε αρχικά από πέτρα, που συγκεντρώθηκε από το λατομείο ιδιοκτησίας του μάστορα στο Μέρωνα (που σώζεται ακόμα και σήμερα και είναι επισκέψιμο)και η οποία λαξεύτηκε για την ανάγκες της κατασκευής. Με γνώμονα λοιπόν την αρχική πέτρινη κατασκευή της κατοικίας, το υλικό αυτό αναδεικνύεται και ενισχύεται έτσι ώστε να επιτευχθεί η ένταξη του κτίσματος στο βραχώδη περίγυρο του. Παράλληλα, δημιουργούνται νέα τοξωτά ανοίγματα από πέτρα τα οποία αποτελούν επιρροή από την παραδοσιακή Κρητική αρχιτεκτονική. Η επιλογή υλικών, υφών και χρωμάτων γίνεται με στόχο την εναρμόνιση της νέας σύνθεσης με την υπάρχουσα αλλά και με το φυσικό τοπίο. Σημαντικό στοιχείο της συνθετικής ιδέας είναι ο ‘διάλογος’ του κτηρίου με το βράχο. Δημιουργείται για το λόγο αυτό ένας ιδιαίτερος εξωτερικός χώρος ο οποίος αναπτύσσεται πάνω στο βράχο και αποτελεί συνέχεια του φυσικού ανάγλυφου. Το 'αίθριο' που δημιουργείται μεταξύ του κτισμένου όγκου και του βράχου προσφέρει ιδιωτικότητα στον επισκέπτη. Ο εξωτερικός αυτός χώρος αναπτύσσεται σταδιακά με αυξανόμενες στάθμες πάνω στο βραχώδες πρανές, πρόσβαση στο οποίο επιτυγχάνεται μέσω ενός λαξευμένου πάνω στο βράχο μονοπάτι. Το μονοπάτι αυτό προσδίδει μια μυστηριώδη διάσταση στον χώρο καθώς σβήνει μέσα στον βράχο. Ανάλογη ατμόσφαιρα δημιουργείται και με μια ιδιαίτερη ‘γωνιά’ στον εξωτερικό χώρο που βρίσκεται στο πρώτο επίπεδο. Πρόκειται για ένα μικρό καθιστικό το οποίο είναι λαξευμένο μέσα στον βράχο και το οποίο εντείνει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ κτιστού και φυσικού περιβάλλοντος.